Οι μουσικάντηδες της Βρέμης (των αδερφών Grimm)


    Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας μυλωνάς που είχε έναν γάιδαρο. Ο μυλωνάς δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με την δουλειά που του έβγαζε ο γάιδαρος του και συνέχεια του μιλούσε άσχημα. Άχρηστο τον ανέβαζε, ακαμάτη τον κατέβαζε. Μάλιστα, μια μέρα του είπε ότι θα τον πουλούσε σε άλλους. 
   Το άδικο και η αχαριστία του μυλωνά, πίκραναν πολύ τον γάιδαρο. Έπρεπε να φύγει από εκεί. Είχε έρθει η ώρα να κυνηγήσει τα όνειρά του. Και έτσι αποφάσισε να πάει να γίνει μουσικός στη Βρέμη. Θα έπαιζε λάουτο.


   Στο δρόμο του για τη Βρέμη, κάποια στιγμή συναντά ένα κυνηγόσκυλο. Το κυνηγόσκυλο ήταν πολύ απογοητευμένο από τον εαυτό του. Είχε γεράσει αρκετά και δεν μπορούσε να κυνηγήσει πια όπως παλιά. Ο γάιδαρος τον πλησιάσε και του λέει:
- Νομίζω πως ήρθε η ώρα να κάνεις κάτι που θα σου αλλάξει τη ζωή. Πάω στη Βρέμη να γίνω μουσικός. Θα παίζω λάουτο. Θες να έρθεις και εσύ μαζί μου, να γίνεις μουσικός;
- Ναι! είπε το κυνηγόσκυλο. Είναι η ευκαιρία που έψαχνα μια ζωή. Εγώ θα παίζω ντράμς. Φύγαμε!
   Ετσι ο γάιδαρος και το κυνηγόσκυλο ξεκίνησαν και πάλι για τη Βρέμη. Λίγο παρακάτω όμως συνάντησαν μια γάτα που έκλαιγε γοερά γιατί τα νύχια της είχαν αδυνατίσει και δεν μπορούσε πια να πιάσει ποντίκια.Η κυρά της ήταν έξαλλη μαζί της γι'αυτό και σύντομα θα την ξεφορτωνόταν.
   Τότε ο γάιδαρος της πρότεινε να τους ακολουθήσει στη Βρέμη. Σίγουρα θα γινόταν πολύ καλή μουσικός αφού νιαούριζε όλη μέρα. Και έτσι η γάτα τους ακολούθησε.
   Λίγο πιο πέρα οι τρεις τους συναντούν έναν πετεινό. Περίμενε και αυτός ότι σύντομα η κυρά του θα τον έσφαζε για να τον κάνει σούπα. Τότε και οι τρεις πρότειναν στον πετεινό να τους ακολουθήσει και να πάει μαζί τους. Άλλωστε είχε απίστευτο λαρύγγι. Ο πετεινός πέταξε από τη χαρά του που θα γινόταν επιτέλους τραγουδιστής και τους ακολούθησε αμέσως. 
   Έτσι, οι τέσσερις τους, ξεκίνησαν χαρούμενοι και τραγουδώντας δυνατά:
- Είμαστε οι μουσικάντηδες της Βρέμης! 
   'Οταν νύχτωσε για τα καλά, αποφάσισαν να περάσουν τη νύχτα τους στο δάσος. Μέσα στο δάσος όμως το σκοτάδι ήταν τρομαχτικό και ακούγονταν συνέχεια περίεργοι ήχοι. Ξαφνικά βλέπουν φως που ερχόταν από ένα σπίτι. Πλησίασαν και ο γάιδαρος που ήταν και ο ψηλότερος κοίταξε από το παράθυρο. 
   Ήταν φοβερό! Μέσα στο σπίτι υπήρχαν τρεις ληστές που κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και έτρωγαν και έπιναν με την ψυχή τους. Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν ένα σωρό καλούδια για να φάνε και πολλά χρυσά νομίσματα και κοσμήματα. Πώς όμως θα έδιωχναν τους ληστές από κει; 
   Σκέφτηκαν λίγο και αποφάσισαν να τραγουδήσουν δυνατά για να φοβηθούν οι ληστές και να φύγουν. Ο γάιδαρος στάθηκε με τα μπροστινά του πόδια στο περβάζι του παραθύρου, ο σκύλος πήδηξε στην πλάτη του γάιδαρου, η γάτα ανέβηκε στην πλάτη του σκύλου και τέλος ο πετεινός πέταξε και ανέβηκε στο κεφάλι της γάτας.
   Αφού ανέβηκε ο ένας πάω στον άλλον άρχισαν να να τραγουδούν με απίστευτο συγχρονισμό. Ο γάιδαρος γκάριξε, ο σκύλος γαύγισε, η γάτα νιαούρισε και ο πετεινός λάλησε. Στη συνέχεια όρμησαν μέσα από το κλειστό παράθυρο, σπάζοντας το τζάμι με έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Οι ληστές τρόμαξαν από τους θορύβους και θεώρησαν ότι το σπίτι ήταν στοιχειωμένο και ότι κάποιο φάντασμα υπήρχε εκεί. Έτσι το έσκασαν από τον φόβο τους και πήγαν να κρυφτούν στο δάσος.
   Μετά από αυτό, οι τέσσερις μουσικοί κάθισαν στο τραπέζι και αφού έφαγαν και χόρτασαν με την ψυχή τους, αποφάσισαν να πάρουν έναν υπνάκο. Ο γάιδαρος κοιμήθηκε στον στάβλο, ο σκύλος πίσω από την πόρτα, η γάτα πάνω στη εστία της φωτιάς δίπλα από τις στάχτες και ο πετεινός στη σκεπή.
   Είχε φτάσει μεσάνυχτα και όταν οι ληστές είδαν από μακριά ότι δεν υπήρχε πια κανένα φως και ότι όλα ήταν ήσυχα αποφάσισαν να ξανάπανε στο λημέρι τους. 
- Δεν θα έπρεπε να το  βάλουμε στα πόδια» είπε ο αρχηγός τους και έστειλε έναν από τους άνδρες του να πάει και να δει τι γίνεται. 
   Ο ληστής τα βρήκε όλα ήσυχα. Ξαφνικά όμως τα μάτια της γάτας γυάλισαν καθώς ήταν δίπλα από τις στάχτες. Ο ληστής νόμισε ότι ήταν κάρβουνα τα οποία ήταν ακόμη μισο-αναμμένα. Έτσι πήρε ένα δαδί και πλησίασε για να ανάψει από τα κάρβουνα.    
   Βλέποντάς τον, η γάτα δεν δίστασε και πετάχτηκε στον ληστή και τον γρατσούνισε. Ο ληστής τρόμαξε και έτρεξε προς την πόρτα, αλλά ο σκύλος ο οποίος ήταν ξαπλωμένος πετάχτηκε και του δάγκωσε το πόδι. Μετά από αυτό ο ληστής βγήκε στην αυλή τρέχοντας αλλά περνώντας από τον στάβλο, ο γάιδαρος του έριξε μια γερή κλοτσιά, ενώ ο πετεινός που ξύπνησε από την φασαρία άρχισε να λαλεί από το δοκάρι «κικιρικί!»
   Μετά ο ληστής έτρεξε όσο μπορούσε και αφού επέστρεψε στον αρχηγό του, του είπε: 
- Το σπίτι αρχηγέ είναι στοιχειωμένο. Εκεί μένει μια τρομακτική μάγισσα που με άπαξε και μου γρατσούνισε το πρόσωπο με τα νύχια της. Την πόρτα την φυλάει ένας άντρας με ένα μαχαίρι που μου μαχαίρωσε το πόδι, ενώ στην αυλή είναι ένα μαύρο τέρας που με χτύπησε με ένα ξύλινο ρόπαλο! Και πάνω στη σκεπή είναι ένα δικαστής που φώναζε: Ληστής!     Από τότε οι ληστές δεν τόλμησαν να επιστρέψουν ξανά στο λημέρι τους και έτσι οι τέσσερις μουσικοί αποφάσισαν να ζήσουν για πάντα εκεί. Στη Βρέμη μπορεί να μην έφτασαν ποτέ. Με τα χρήματα όμως των ληστών αγόρασαν μουσικά όργανα και έπαιζαν όλη μέρα μουσική μόνο για τους εαυτούς τους...

Ακολούθησε πάντα τα όνειρά σου. Ακόμη και αν δεν φτάσεις ποτέ εκεί που είχες ονειρευτεί, τα όνειρα μπορεί να σε οδηγήσουν σε άλλους υπέροχους δρόμους. 

Δείτε την ιστορία εδώ

Μάθετε περισσότερα για τους αδερφούς Grimm εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου